Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Χρειάζεται επανάσταση της φιλοσοφίας ενάντια στη φιλοσοφία

171259-PlatonAristoteles.jpg

Κατά πόσο είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση  που βρισκόμαστε και κατά πόσο ευθύνονται οι άλλοι; Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δώσουμε μια απάντηση, όχι μεταθέτοντας, αλλά  κατανέμοντας την ευθύνη και προς τους πνευματικούς ηγέτες.

Η κατανομή των ευθυνών δεν είναι λαθεμένη πράξη. Ο Έλληνας είναι συνειδητοποιημένος ότι όλα αποτελούν μια ολότητα, εκείνο όμως που κάνει σαν μικρό παιδί είναι να ρίχνει το φταίξιμο στους άλλους. Χωρίς να απεμπολήσουμε την ευθύνη της προσωπικής μας θέσης, θα στραφώ και προς τον παράγοντα της ευθύνης των πνευματικών καθοδηγητών μας ο οποίος φρονώ πως αποτελεί ένα υποσύνολο της αθροιστικής υπάρχουσας παθογένειάς μας.  

 Φταίνε για την κατάντια μας και οι πνευματικοί μας ηγέτες που δεν φρόντισαν, καταρχάς, να τα βρούνε μεταξύ τους, δομώντας μια δεσπόζουσα εικόνα; Η μορφές του Πλάτωνα με τον νεότερο Αριστοτέλη στην τοιχογραφία «Η Σχολή των Αθηνών» του Ραφαήλ, όπου ο ένας δείχνει προς τον ουρανό και ο άλλος το ξεκόβει, είναι ενδεικτική του διχασμού της πνευματικής μας βάσης.

Ο Δυτικός πολιτισμός, όσον αφορά την πνευματική κατεύθυνσή του, είναι γνωστό ότι κτίστηκε επάνω σε Ελληνικές ή έστω σε Ελληνιστικές βάσεις. Αυτό, σημαίνει, ότι στο ευρύτερο πλέγμα του προβλήματός που ζούμε, το οποίο εκφράζεται με κρίσεις αξιών, συνυπάρχει έντονο το Ελληνικό στοιχείο. Τα πρότυπα επάνω στα οποία δημιουργήθηκαν οι θέσεις της κατεύθυνσης της ζωής μας, έλκουν την καταγωγή τους από τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Το Πλατωνικό ιδεαλιστικό πρότυπο το ενστερνίστηκε η Γερμανία και τράβηξε στη Ρωσία, το ωφελιμιστικό δόγμα του Αριστοτέλη το εφάρμοσε η Αγγλία και μεταφέρθηκε στην Αμερική. Ως εκ τούτου, η πορεία της κατεύθυνσης του Δυτικού πολιτισμού, διαμορφώθηκε με ανάλογες ωθήσεις, με μια σχέση ανάλογη με αυτή που είχαν μεταξύ τους οι δυο προαναφερόμενοι, στην ουσία πολιτικοί ηγέτες.

Στην αντιπαράθεση των δυο φιλοσοφικών-πολιτικών συστημάτων, του θεωρητικού ιδεαλισμού του Πλάτωνα και του στεγνότερου σε συναίσθημα πρακτικού ωφελιμισμού του Αριστοτέλη, το αποτέλεσμα δείχνει να κλείνει προς στιγμή υπέρ του δεύτερου, αν και η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν τελείωσε ακόμη. Ασχέτως του αποτελέσματος τούτου, το οποίο φρονώ πως είναι προσωρινό, τα δυο προαναφερόμενα σε αυτούς και αντιπαρατιθέμενα συστήματα δείχνουν στοιχεία κόπωσης, προβάλλοντας ως κρίση τα ευαίσθητα σημεία τους. Από τον Πλατωνικό ιδεαλισμό αναδύεται ανεφάρμοστη η ουτοπία, από το Αριστοτελικό δόγμα η εντελέχεια, που σημαίνει την πορεία προς το τέλος. Και το τέλος ποιο είναι, όσο τέλειο και αν είναι αυτό, είναι πια γνωστό. Είναι το τέλος,  η τελεία.  

Έχω κάθε δικαίωμα να κάνω κριτική, ακόμα και στους ιερούς νεκρούς, αρκεί να είναι κόσμια και να τη στηρίζω. Ούτως ή άλλως,  ξύλινοι λόγοι και μνημόσυνα δεν ταιριάζουν στη φιλοσοφία ΄ είναι η μόνη μη φυσική μη επιστήμη που ξέρει θαυμάσια να επικρατεί του κόσμου της και του εαυτού της. Η φιλοσοφία άρχισε να ταλανίζεται από τότε που ξεκίνησαν τα λιβανιστήρια.

Αναλύοντας τα δυο αυτά κυριαρχικά συστήματα, το Πλατωνικό και το Αριστοτελικό, τα βλέπουμε πια με δημοκρατία. Μια δημοκρατία όμως που την αποδίδουν ως φαινόμενο, μέσω απόκρυφων καθοδηγητών, μεταθέτοντάς την από την ουσία. Και τα δυο αυτά συστήματα θέλουν τον άνθρωπο δεσμώτη, με την πλάτη προς το φως, να κοιτά σκιές στον τοίχο. Και στα δυο είναι επίφαση τη δημοκρατία, πρόφαση ο φιλελευθερισμός, κατάφαση η αριστοκρατία. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι απαξιούν ψυχή στη γη και τους ποιητές (διότι η ποίηση είναι πολιτικό έργο), αποδιώχνουν δηλαδή την καρδιά και το συναίσθημα του φιλελευθερισμού, προάγοντας το μοντέλο του κακώς λεγόμενου ορθολογισμού ως γενεσιουργό στην πράξη και την πρακτική, πυρήνα. Και τα δυο συστήματα, όταν εξεταστούν βαθύτερα ως προς τον λεγόμενο ανθρωπισμό, παρουσιάζουν πλήθος τρωτά σημεία.

Επιπλέον, κανένα από αυτά τα δυο δεν ασχολήθηκε με το να αποδιώξει από τον άνθρωπο τις δυο κακές σκιές της μοίρας του, τον φόβο τον γενεσιουργό και την απληστία. Αντίθετα, εδραίωσαν τα υποσυστήματά τους επάνω στα φαινόμενα αυτά, μετατρέποντας τα σε ουσία, κάνοντας τον απλό άνθρωπο από ον της επιβίωσης, φοβισμένο σκλάβο, δέσμιο των αναγκών, επιφέροντας για την ασφάλειά του τα στερεότυπα της εκμετάλλευσής του, τόσο από τον άλλον άνθρωπο όσο και από την πολιτεία, ακόμη και μεταξύ των ανώτερων εντελλόμενων και των κατώτερων κοινωνιών.

Παρά ταύτα, δεν επιθυμώ να μειώσω την αξία των δυο πρωτεργατών της κατεύθυνσης του πνεύματος της Δυτικής κουλτούρας, αλλά είναι και αμφίβολο κατά πόσον οι φιλόσοφοι οδηγούν τις εξελίξεις ή τις οσμίζονται σαν λαγωνικά, οδηγούμενοι για επιβίωση προς αυτές. Εκείνο όμως που θέλω να τονίσω, είναι, ότι η εξελικτικότητα και η ιστορία αποτελούν μη αντιστρεπτά φαινόμενα που επιφέρουν τις ανθρώπινες συνθήκες, αλλά παρόλα αυτά, μια κάποια στιγμή επέρχεται επαναπροσδιορισμός των συνθηκών από την Αλήθεια. Και η Αλήθεια κατά διαστήματα αποκαλύπτεται, αφαιρώντας τα πέπλα της. Εσύ μην κοιτάς τα πέπλα, κοίτα την Αλήθεια.  

Η Αλήθεια, στην περίπτωσή μας λέει:  Ένα μεγάλο μέρος των ευθυνών, για την κατάσταση στην οποία είμαστε, αναλογεί στους πνευματικούς ηγέτες. Η ζωή επαναπροσδιορίζεται με ώσεις κατά διαστήματα. Ό,τι συμβαίνει στη ζωή συμβαίνει και στη φιλοσοφία. Επέρχεται επαναπροσδιορισμός. 

Η καρδιά και η λογική, η επιθυμία και η βούληση, η ψυχή και ο λογισμός, πρέπει να πηγαίνουνε μαζί. Εμπιστεύσου τα άλογα αυτά, φίλε καλέ και άνθρωπε, κάνε την τέχνη γήτευση και ποτέ σου μη ταλαντευτείς ανάμεσα σε αυτά τα δυο. Πέτα το φόβο, τις παλιές συνήθειες, εμπιστεύσου τον συνάνθρωπό σου και ύψωσε τα μάτια προς το φως και άσε τις σκιές στον τοίχο. Και αν φοβάσαι από αυτό μήπως τυφλωθείς, πες πως αποτελεί το φόβητρο για να παραμείνεις σκλάβος. Και κάτι ακόμα, πολέμησε την απληστία σπάζοντας τις αλυσίδες. Αυτά, οι πατεράδες μας, ποτέ τους δεν τα είπαν.

Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός, φίλε αναγνώστη μου, χρειάζεται επανάσταση της φιλοσοφίας ενάντια στη φιλοσοφία. Θεωρώ ότι μας συνέβη ότι στα παιδιά, μεγαλώσαμε με έναν αρνητικό στις προσωπικές μας δυνατότητες πατέρα, ιδεολόγο κάπως και ωφελιμιστή, του οποίου η μορφή ανήκει πια στο πάνθεον και όχι στη ζωή μας. Κάποτε, οι Ίωνες σκίζοντας τα σωθικά τους είπαν: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος χρειάζονται ραβδίσματα και αποβολή από τους αγώνες διότι επέβαλαν ως ιδιότητες των θεών τις μιαρές συνήθειες των ανθρώπων». Έτσι πιστεύω ότι κι εμείς πρέπει να πούμε: «Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης χρειάζονται επαναπροσδιορισμό και αποβολή από την παιδεία, διότι επέβαλαν ως ιδιότητες των ανθρώπων τις μιαρές συνήθειες των ανθρώπων». Πιστεύω να γίνομαι σαφής. Η ρήξη απέναντι στα κατεστημένα, στις παλιές συνήθειες, στα πρότυπα και στις αξίες, αρχίζει με το timing από τον ίδιο μας τον εαυτό, και αυτό δεν γίνεται χωρίς να ματώσει η καρδιά, χωρίς να σφίξει το στομάχι.

 

    


Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Πίσω από τη γλώσσα βρίσκεται μια άλλη γλώσσα

Η γλώσσα απετέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί το οξύ πρόβλημα της φιλοσοφίας. Αυτό ξεκίνησε όταν ο πρώτος άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατηγοριοποιήσει τα πράγματα εκτράπηκε στη εννοιολογική του διατύπωση, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ένα λαθεμένο δρόμο, τον «εγωκεντρικό διάκοσμο κατανόησης», λέει ο Παρμενίδης, ο πρώτος στην κυριολεξία βαθύς αναλυτής της γλώσσας. Η εκτροπή αυτή του ανθρώπου, που την αναφέρει στο έργο του «Περί Φύσεως», μπορεί να οριστεί ως «το προπατορικό αμάρτημα» και το βιβλίο του ως «η τρίτη Βίβλος» μια που γράφεται κατά το 500 π.Χ., την εποχή που κατά σύμπτωση (;) γράφονται η Ζωροαστρική Βίβλος (Ζεν Αβέστα)  και η Ιουδαϊκή (Παλαιά Διαθήκη).Το πρόβλημα της γλώσσας για τη φιλοσοφία ξεκίνησε μαζί με τη φιλοσοφία. Ο Αναξίμανδρος μιλά «σιβυλλικά», το ίδιο και ο Ηράκλειτος που εμφανίζεται για την εποχή του «σκοτεινός», και ο Πυθαγόρας στηρίζεται στους αριθμούς που τους θεωρεί σταθερούς οι οποίοι δεν υπόκεινται σε παρανοήσεις, και είχε κάποιο δίκιο μέχρι τον πρώτο άρρητο αριθμό που ενέσκηψε ως σπέρμα φρίκης.

Η μεγάλη όμως έρευνα της γλώσσας συνέβη από τον προαναφερθέντα και σχεδόν σύγχρονο του Πυθαγόρα, τον Ελεάτη Παρμενίδη, ο οποίος θεωρείται πνευματικός πατέρας του όντος των τέλειων ιδεών του Πλάτωνα αλλά και του μηχανισμού της συλλογιστικής του Αριστοτέλη. Για πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο επισημαίνονται η αδυναμία της γλώσσας αλλά και η αξία της, από τον προαναφερθέντα Ελεάτη στοχαστή, παραπέμποντας στο ότι η αδυναμία της επέρχεται τόσο γιατί ο ομιλών δεν μπορεί να εκφραστεί σε αυτά που θέλει όσο και διότι ο ακούων δεν μπορεί να καταλάβει αυτά που πρέπει. Ως εκ τούτου, μια πρακτική μέθοδος σύγκλισης των διαφορών είναι η αλληγορία, η μεταφορά δηλαδή των δεδομένων της σκέψης του ομιλούντος με παραβολές εντός του πλαισίου κατανόησης του ακροατή. Ο Παρμενίδης, όμως, δεν αναφέρεται μόνο στη δυσκολία της κατανόησης των νοημάτων της γλώσσας, αλλά και στη σημασία των «σημάτων» που περικλείει, τα οποία θεωρεί στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε μια βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων. Η γλώσσα στο βιβλίο του Ελεάτη στοχαστή υπόκειται σε κριτική ως μία συνομολογούμενη συνθήκη σκοπιμότητας, μεταξύ δυο άνισων μερών, του πνεύματος και της ύλης, ορίζοντάς την ως μια κατά συνθήκη σύμβαση (επι)κοινωνίας. Πιστεύει, δηλαδή, ότι η ομιλία είναι κάτι το ανεξάρτητο από το νου που εντέλλεται στον άνθρωπο εσωγενώς και αυτός με τη σειρά του ακολουθώντας μια επιμέρους λογική, εξ αυτής εντέλει. Θεωρεί, δηλαδή, τη γλώσσα ως ανεξάρτητο ον και αυτόνομη λειτουργία, απόκριση μιας εσώτερης φωνής, θέτοντας τον νου ως ενδιάμεσο και μεσολαβητή της

Αλλά δεν είναι όμως μόνο αυτό, ο Ελεάτης στοχαστής εισδύοντας με το νου στη σκέψη του, φθάνει στη συνισταμένη μεταβατική πηγή των όντων του λόγου και της σκέψης και την αναλύει, ορίζοντάς την πηγή αυτή ως ένα φως αιώνιο και ατρεμές, μη υποκείμενο των φυσικών πλαισίων, καθιερώνοντας τη βάση της πνευματικής θρησκείας. Ποτέ, έκτοτε, η μελέτη της γλώσσας δεν έφτασε σε τόσο απόμακρα όρια.   Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο Ελεάτης αυτός στοχαστής και ποιητής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλά ως «ο πρώτος γλωσσολόγος», αλλά ως «ο φιλόσοφος της γλώσσας», που λέει ότι ο κόσμος ολάκερος έχει στηθεί μέσω αυτής. Παρά ταύτα, αν και υπήρξαν παλαιότεροι ερευνητές, όπως ο Φαραώ Ψαμμήτιχος που αναζητούσε ερευνώντας την, στοιχεία για την καταγωγή του πρώτου ανθρώπου (με τα γνωστά πειράματα που περιγράφει ο Ηρόδοτος), ο Παρμενίδης εμφανίζεται στη σκέψη του πιο ολοκληρωμένος. Η γλώσσα, λέει, αν και αδυνατεί να εκφράσει πλέον την πραγματικότητα, περιέχει εντούτοις στοιχεία μιας βαθύτερης αλήθειας.

Την ίδια εποχή, ο Κομφούκιος στην Κίνα ομοίως διαμαρτύρεται για την ασάφεια της γλώσσας, θεωρώντας τη διδασκαλία του καταδικασμένη εάν δεν υπάρξει επαναπροσδιορισμός της. Η βασική διαφορά Κομφούκιου - Παρμενίδη, για να κάνουμε μια σύντομη ανάλυση, έγκειται στο ότι ο Κομφούκιος θέλει να επαναπροσδιοριστούν τα νοήματα της γλώσσας ενώ ο Παρμενίδης κρίνει ότι η γλώσσα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί στα νοήματά της. Μικρές διαφορές, πλην όμως ουσιώδεις. Το κοινό σημείο, εκεί όπου και οι δύο συμφωνούν, είναι ότι η γλώσσα αποδομείται.

Η αποδόμηση της γλώσσας ξεκινάει για τη φιλοσοφία μαζί με τη φιλοσοφία. Οι πρώτοι φιλόσοφοι προσπαθώντας να εξηγήσουν μιλούσαν δυσνόητα, όπως οι προφήτες, ενώ οι ιερείς παρέμεναν προσκολλημένοι στη δική τους μεταφυσική λαλιά που θεωρείτο άβατη για τους απλούς ανθρώπους. Η ιερατική γλώσσα στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα υπήρξε κλειστή για τον απλό λαό, ως προνόμιο της επαφής ενός πνεύματος με μια ομάδα ανθρώπων φωτισμένη. Εξ αυτού, είχε διαφορετικά σύμβολα, «ψυχο-ηλιο-γραφήματα», τα οποία δεν κατέστη δυνατό να αποκρυπτογραφηθούνε, θεωρούμενα απώτερα μιας δύναμης εντέλλουσας κι εντελλομένης. Ειδικά οι Βαβυλώνιοι, πίστευαν ότι η γλώσσα περιέχει κάτι «μαγικό» που ορίζει και από το όνομα ακόμα, τη μοίρα του ανθρώπου.

Δεν θα επεκταθούμε στην ιστορία της γλώσσας, ούτε θα περάσουμε στην κοινή λαλιά των νηπίων, για το πώς καταφέρνουν, παρότι από απόμακρα μέρη, και μεταξύ τους συνεννοούνται, ούτε θα ασχοληθούμε εάν οι λέξεις περιέχουν όντως μια μεταφυσική χροιά. Θα σταθούμε μόνο στο ότι η γλώσσα από τους Ίωνες θεωρείται ον, ανεξάρτητο από τη λογική και αυτορρυθμιζόμενο. Και πρέπει να είχαν κάποιο δίκιο, διότι η γραμματική έγινε από αγράμματους που περιέκλειαν μέσα τους μια με απόκρυφη σοφία. Σε όλους τους ανθρώπους  υπάρχει μέσα τους μια κοινή γραμματική, λέει ο ο Τσόμσκυ, ίσως ο πιο σύγχρονος σημαντικός φιλόσοφος της γλώσσας,.    

Η κλασική περίοδος της έρευνάς της αρχίζει με τη Σωκρατική φιλοσοφία η οποία σηματοδοτείται από το γλωσσολογικό δίδυμο Σωκράτη - Αντισθένη. Ο Αντισθένης ήταν ο ιδρυτής της «κυνικής σχολής», φίλος και ίσως ο πιο ζόρικος «μαθητής» του Σωκράτη, μελλοντικός δάσκαλος του Διογένη. 

Ο Σωκράτης κατ' αρχάς, γνώστης και αυτός του Παρμενίδη, ήταν ο μεγάλος είρων των λεγομένων του σύγχρονου ανθρώπου. Κουβέντιαζε με τον οποιονδήποτε που τον θεωρούσε στην εννοιολογική του διατύπωση παρεκτραμένο, και αφού τον έγδυνε από επιχειρήματα με τις αναλυτικές ερωτήσεις του, τον οδηγούσε γυμνό εκεί που ήθελε, στα αδιέξοδα, «ξεφτυλίζοντάς τον με το γάντι». Το γεγονός αυτό,  συντέλεσε αναμφίβολα στην αντιπάθεια πολλών εκ των συμπολιτών του. 

Ο φίλος του Σωκράτη, ο Αντισθένης, δημιουργός της λεγόμενης «κυνικής ή αιτιοκρατικής σχολής», ήταν ο πρώτος που προχώρησε σε επεξήγηση των δυσνόητων εννοιών της γλώσσας, φθάνοντας στα αδιέξοδα αυτών που δεν είχαν την πρακτική γνώση. Θεωρούσε τις επεξηγήσεις μέσω των λέξεων χαμένο χρόνο, καθόσον τους οδηγούσαν σε μεγαλύτερη ασάφεια που επέφερε μεγαλύτερες παρανοήσεις. Για παράδειγμα, η περιγραφή του χρυσού σε κάποιον που δεν τον γνωρίζει, ως μέταλλο σκληρό και κίτρινο και λαμπερό που δεν σκουριάζει, περιέχει πλήθος από ασάφειες, όπως το ποσόν της σκληρότητας, η απόχρωση του κίτρινου, η λαμπρότητα, ακόμα και το τι είναι σκουριά. Ο χαλκός, για παράδειγμα, γυαλισμένος μοιάζει με το χρυσό και δεν σκουριάζει, αλλά πρασινίζει, επομένως πρέπει να λέμε ότι ο χρυσός ούτε πρασινίζει, έλεγε. Άρα, στην εννοιολογική διατύπωση υπεισέρχονται πλήθος από παράγοντες, που όσο να είμαστε επεξηγηματικοί καταντάει άσκοπο μέχρι κι επικίνδυνο. Ας λέμε καλύτερα ότι «ο χρυσός είναι χρυσός επειδή είναι χρυσός», έλεγε δεικτικά. Στην ουσία ο Αντισθένης είναι ένας Σωκράτης που δαγκώνει.

Η Αντισθένεια θεωρία παρότι εκφράζει την πρακτική δομή του προβλήματος της γλώσσας, θεωρεί εντούτοις ότι η κάθε λέξη περιέχει μέσα της εγγενώς στοιχεία αλήθειας, οπότε: «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις», ήταν το απόφθεγμά του. Η συλλογιστική του αυτή τείνει προς εκείνη του Παρμενίδη.

            Ο Πλάτων, που ακολουθεί χρονολογικά και του προσδίδεται, υπερτιμημένα κατ' εμέ, ο τίτλος του πρώτου στοχαστή της γλώσσας, αναφέρεται σε αυτήν επιφανειακά, εξετάζοντας τη σημασία των ονοματοποιήσεων μέσα από το έργο του «Κρατύλος». Παραταύτα, αν και θεωρείται γνώστης της Ιωνικής φιλοσοφίας καθώς και των Αιγυπτιακών και Βαβυλωνιακών δοξασιών, αποδεικνύεται μάλλον φτωχός στη φιλοσοφική του ανάλυση. 

Τη σύγχρονη εποχή, υπήρχε μέχρι πρόσφατα η εκδοχή ότι η γλώσσα ήταν το αποτέλεσμα της λογικής η οποία στηριζόταν σε αριθμητικές αντιστοιχίες. «Η γλώσσα παραπέμπει στα μαθηματικά» ήταν η συνήθης έκφραση των ερευνητών της, αρχής γενομένης από τον πολυμαθέστερο άνθρωπο της νέας εποχής, τον Λάιμπνιτς. Κατόπιν, η πορεία της αφού πέρασε από τους λεγόμενους «ιδανικούς» και «λαϊκούς» εκπροσώπους της, κατέληξε στους «μαθηματικούς αναλυτές» της, με αιχμή το Ράσελ, ο οποίος επικεντρώθηκε στην ερμηνεία των παραδόξων της μέσω μαθηματικών. Αυτό διήρκεσε μέχρι που ένας προστατευόμενός του, ο Βιτγκενστάιν, με ένα μικρό βιβλίο στοχασμών τίναξε το μαθηματικό οικοδόμημα της γλώσσας του προστάτη του στον αέρα. Συνοψίζοντας τη Βιντγκενστα΄ι΄νική τοποθέτηση, είναι ότι η γλώσσα ως ηχητική απόκριση των γεγονότων, δεν προέκυψε από τα μαθηματικά. Αντίθετα, τα μαθηματικά και η λογική αναδύθηκαν απο τη γλώσσα.

Ασχέτως τούτου, αυτό που φαίνεται να ισχύει τυλίγοντας το μίτο της Αριάδνης προς τα πίσω, φτάνουμε το σημείο από όπου ξεκινήσαμε, στην αρχή του λαβυρίνθου των συμβάσεων. Εκεί αντικρίζουμε το φως με τις υπάρχουσες μορφές του. Οι περισσότερες ρίζες των λέξεων σχετίζονται με το φως ή παραπέμπουν στο φως ή προς κάποιες φωτεινές εκφάνσεις. Οπότε, πάμε ξανά πίσω στην αρχή του Παρμενίδη που αναφέρεται στα ενδεικτικά σημεία της τα οποία οδηγούν μέσω του νου στην αρχή του φωτός, της πνευματικής και υλιστικής έκφανσης της φύσης.

Συνοψίζοντας, η Παρμενιδική εκδοχή, είναι:

1. Πίσω από τη γλώσσα υπάρχει μια άλλη γλώσσα.

2. Αν θέλεις να μιλάς σωστά, βούτα τη γλώσσα στο μυαλό σου, εάν όμως θέλεις να μάθεις, βούτα με το μυαλό σου στη γλώσσα.

3.γλώσσα του ανθρώπου είναι η ιστορία του.

4. Πρώτα έγινε η γλώσσα και μετά ο λόγος. 

5. Η έναρξη της γλώσσας εντοπίζεται στην κοινή λαλιά των νηπίων η οποία πήγασε από την επιθυμία.

6. Παρότι μιλάμε το ίδιο, δεν καταλαβαινόμαστε. Βρισκόμαστε από πλευράς νοηματικής προσέγγισης σε ένα σύγχρονο πύργο της Βαβέλ.

7. Όσο η γλώσσα επεκτείνεται, τόσο αυτή αποδομείται

Για την αποκάλυψη της γλώσσας «πάμε πάλι πίσω στις πηγές», πόσες φορές δεν το έχουμε πει αυτό ...;  Η επιστροφή στις ρίζες της γλώσσας κατά την Ελληνική χροιά, είναι αναπόφευκτη. Παρατηρώντας τη γλώσσα των νηπίων, είναι η πρώτη κίνηση σοφίας. Αυτή παράγεται από συναίσθημα, άρα συναισθηματικά ξεκίνησε ο λόγος. Το πρώτο φωνήεν, το πρώτο «θέλω» που βγαίνει από τα στήθη των βρεφών, δεικνύει ότι από εκεί ξεκίνησε ο λόγος. Το μυαλό δεν υπεισέρχεται, αλλά διασκευάζει. Πεμπτουσία της έκφρασης της γλώσσας είναι η καρδιά, που δίνει το έναυσμα της πρώτης γνωστικής ηλικίας.

Ο ελληνικός λόγος είναι καθαρά αιτιοκρατικός. Ο Έλληνας υπήρξε παθιασμένος με τον έρωτα προς τη θεά Αλήθεια. Αυτό έκανε την Ελληνική γλώσσα να αποδίδει με πιστότητα το κείμενο. Ως εκ τούτου, η λέξη «λόγος» δεν πρέπει να θεωρείται περίεργο που είναι κοινή για την αιτία και την ομιλία. Άλλοι λαοί, όπως οι Κινέζοι που παρουσιάζουν συνάφεια με τους Έλληνες όσον αφορά τη λεπτότητα της τέχνη τους και τον ποικίλο λόγο, στη λεξιπλασία υστερούν. Ως παράδειγμα, για να περιγράψουν ένα συναίσθημα, έστω της μοναξιάς - μια λέξη που στα ελληνικά παραπέμπει στο «μόνος και οξιά», οι Κινέζοι λένε «νοιώθω σαν το μοναδικό δέντρο στη κορυφή ενός βουνού», πλησιάζουν δηλαδή προς την Ελληνική χροιά αλλά δεν φτάνουν στο αποτέλεσμά της. Δεύτερο παράδειγμα ας πάρουμε τη λέξη «πυραμίδα». Στα αιγυπτιακά σημαίνει «χώρος με αιχμή», στα ελληνικά «εκεί συγκεντρώνεται ενέργεια». Πυρ σημαίνει ενέργεια, και όχι απαραίτητα από φωτιά, καθόσον η ενέργεια από φωτιά που προερχόμενη από καύση ονομαζόταν φάος.

  Έτσι, λοιπόν, ερμηνεύοντας κατά τον Ελληνικό λόγο τα σύμβολα των μικρών παιδιών, προκύπτουν να σημαίνουν: 

α).  Από τα φωνήεντα:

α :  το πρώτο γράμμα, η αρχή, το άλλο.  
ε :  εγώ
ι :   ίσταμαι, κατέχω
η :  μόχθος, σκύβω, κουβαλάω
ο :  πλήρες, το όλο
ω : αποκάλυψη του όλου


β).  Από τα σύμφωνα:

ζ :  βόμβος ενέργειας- ζωή
λ:   λάμψη
μ : ευχαρίστηση, φαί και μάνα,
ν : αποδοχή
ρ : ροή
σ : αρχή γνώσης.
ς:  αιχμή της γνώσης.
φ : φάος-φωτιά


Οι ανωτέρω ερμηνείες παρατίθενται ως ενδεικτικό έναυσμα  για την περαιτέρω διείσδυση επί της γλώσσας, μέσω της αποκρυπτογράφησης των συμβόλων που τη συνθέτουν.  Πιστεύω ότι η αποκωδικοποίηση των γραμμάτων θα είναι ένα σημαντικό βήμα κατανόησης μιας βαθύτερης αλήθειας απο όπου θα προκύψουν εκπλήξεις.

 

Profile

Philosophy Πάμε πάλι από την αρχή

Το προφίλ μου

Για να ξαναχτίσουμε μια κοινή ιδεολογική πλατφόρμα

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Σεπτέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930 

ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΜΑΤΩΝ

Powered by pathfinder blogs